Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Κατασκευή - Ανακατασκευή Πωλείται Βιολί Πωλείται Λύρα Κρητική - Αγορά Λύρας Μαθήματα Κρητικής Λύρας - Βιολιού - Ασκομαντούρας - Μαντολίνου - Μπαγλαμά - Μπουζουκιού
Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Κατασκευή - Ανακατασκευή Πωλείται Βιολί Πωλείται Λύρα Κρητική - Αγορά Λύρας Μαθήματα Κρητικής Λύρας - Βιολιού - Ασκομαντούρας - Μαντολίνου - Μπαγλαμά - Μπουζουκιού

ΚΡΗΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ - ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ - ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠΟ 'Σ' - ΣΕΛΙΔΑ 3

Καλωσήρθατε στο αρτιότερο Κρητικό Λεξικό με κρητικές λέξεις από την κρητική διάλεκτο και το κρητικό λεξιλόγιο - γλωσσάρι!

Εδώ θα βρείτε κρητικές λέξεις με την ερμηνεία τους, την ετυμολογία τους, παραδείγματα χρήσης, συνώνυμα και αντίθετα.

Για να αναζητήσετε μια λέξη μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τον κεντρικό μηχανισμό αναζήτησης στο πάνω μέρος της σελίδας.

Αν πατήσετε σε ένα από τα ακόλουθα γράμματα, θα προβληθούν μόνο οι λέξεις που αντιστοιχούν σε αυτό.

Όλα
Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Ή   Θ   Ί   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Ύ   Φ   Χ   Ψ   Ώ

σκέρτσο

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
κούνημα με χάρη, χαριεντισμός

σκιανός

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
ίσκιος και ασκιανός

σκιάς

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
τουλάχιστον

σκλαβέρι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
κουδούνι για αιγοπρόβατα

σκλέτη

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
γενιά, καταγωγή

σκλόπα

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
κουκουβάγια
Συνώνυμα: 
σκλώπα, σκουλούπα

σκόλασα

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
σχόλασα, τέλειωσα τη δουλειά

σκορνιαρίζομαι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
ξαφνιάζομαι, καταλαμβάνομαι από δισταγμό

σκοτίδι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
σκοτάδι
Παράδειγμα: 
πίσα σκοτίδι θα πει βαθύ σκοτάδι

σκουλούπα

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
κουκουβάγια
Συνώνυμα: 
σκλώπα, σκλόπα

σκουτιά

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
(τα) ρούχα

σκρόφα

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
γουρούνα

σμίγω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
συναντιέμαι

σμπαραλιασμένη

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
ρημαγμένη, διαλυμένη

σόγαμπρος

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
ο γαμπρός που μένει στο σπίτι του πεθερού του και συνήθως από άλλο χωριό

σόι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
1. (το σόι) ως ουσιαστικό η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος, το συγγενολόι | 2. ως επίρρημα στην φράση "δεν είναι σόι" σημαίνει "το μυαλό του δεν στέκει καλά"
Ετυμολογία: 
[< (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική صوی (soy, καταγωγή)]
Παράδειγμα: 
1. Στον γάμο του κάλεσε ολόκληρο το σόι | 2. αυτός δεν είναι σόι = το μυαλό του δεν στέκει καλά

σοϊκός

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
1. σωστός, καλής ποιότητας, καλής γενιάς (άνθρωπος ή αντικείμενο). Συνήθως χρησιμοποιείται στην φράση "δεν είναι σοϊκός" που σημαίνει ότι δεν είναι καλής ποιότητας ή δεν λειτουργεί σωστά | 2. αυτός που το μυαλό του λειτουργεί σωστά, ο λογικός. Συνήθως χρησιμοποιείται στην φράση "δεν είναι σοϊκός" που σημαίνει ότι το μυαλό του δεν στέκει καλά
Ετυμολογία: 
[< σόι]
Παράδειγμα: 
1. το αμάξι μου δεν είναι σοϊκό, χαλάει συνέχεια | 2. μην τον εμπιστεύεσαι, δεν είναι σοϊκός

σοκαιρίτης

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
συνομίληκος,σόκαιρος

σόκαιρος

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
συνομίληκος και σοκαιρίτης

σοκεντώ

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
ανάβω ολοκληρωτικά
Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Κατασκευή - Ανακατασκευή Πωλείται Βιολί Πωλείται Λύρα Κρητική - Αγορά Λύρας Μαθήματα Κρητικής Λύρας - Βιολιού - Ασκομαντούρας - Μαντολίνου - Μπαγλαμά - Μπουζουκιού